Ενδομήτρια σπερματέγχυση

Η ενδομήτρια σπερματέγχυση είναι μια διαδεδομένη θεραπεία γονιμότητας, κατά την οποία εισάγονται σπερματοζωάρια απευθείας στη μήτρα, με στόχο τη διευκόλυνση της γονιμοποίησης.

Μέσα από τη μέθοδο αυτή, αυξάνεται τόσο ο αριθμός όσο και η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων που φτάνουν μέχρι τις σάλπιγγες. Ασφαλώς, η εγκυμοσύνη επιτυγχάνεται όταν το σπερματοζωάριο καταφέρει να φτάσει με φυσικό τρόπο ως το ωάριο και να το γονιμοποιήσει.

Πρόκειται για μια λιγότερο επεμβατική και χαμηλότερου κόστους τεχνική υποβοηθούμενης αναπαραγωγής σε σύγκριση με την εξωσωματική γονιμοποίηση.

ενδομήτρια σπερματέγχυση

Πότε χρησιμοποιείται;

Η ενδομήτρια σπερματέγχυση χρησιμοποιείται σε περίπτωση υπογονιμότητας ενός ζεύγους (του άνδρα ή/και της γυναίκας).

Ο πιο συνηθισμένος λόγος είναι η ανδρική υπογονιμότητα. Συγκεκριμένα, ο συνολικός αριθμός σπερματοζωαρίων μπορεί να είναι χαμηλός, ή η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων να είναι μειωμένη.

Σε περιπτώσεις γυναικείας υπογονιμότητας, η ενδομήτρια σπερματέγχυση μπορεί να φανεί χρήσιμη όταν:

–Δεν υπάρχει τακτική ωορρηξία. Σε αυτή την περίπτωση η γυναίκα μπορεί να πάρει ωορρηκτικά φάρμακα και να υποβληθεί σε σπερματέγχυση. Έτσι, η ωορρηξία συμπίπτει χρονικά με την είσοδο των σπερματοζωαρίων στη μήτρα.

–Ο τράχηλος έχει συμφύσεις από προηγούμενες θεραπείες (π.χ. κρυοπηξία ή κωνοειδή βιοψία), οι οποίες εμποδίζουν την είσοδο των σπερματοζωαρίων από τον κόλπο στη μήτρα.

–Το ενδοτραχηλικό-ενδομητρικό περιβάλλον είναι εχθρικό προς τα σπερματοζωάρια.

Σε ποιες περιπτώσεις δε συνιστάται;

Η μέθοδος της ενδομήτριας σπερματέγχυσης δε συνιστάται:

-Σε γυναίκες άνω των 37 ετών

– Σε ασθενείς με διαταραγμένο ορμονολογικό προφίλ ή χαμηλή ωοθηκική εφεδρεία (δηλαδή χαμηλή εξέταση ΑΜΗ)

-Σε ασθενείς με σοβαρές ασθένειες ή διαταραχές στις σάλπιγγες

-Σε γυναίκες με ιστορικό λοιμώξεων της πυέλου

-Σε γυναίκες με μέτρια ή και σοβαρή ενδομητρίωση.

Πώς γίνεται η σπερματέγχυση;

Σε πολλές περιπτώσεις, η γυναίκα λαμβάνει ωορρηκτικά φάρμακα, είτε ενέσιμα είτε από το στόμα. Στη συνέχεια, υποβάλλεται σε τακτική παρακολούθηση, για να καθοριστεί ο βαθμός ωρίμανσης των παραγόμενων ωαρίων.

Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή (τυπικά 24-36 ώρες μετά την αύξηση στα επίπεδα της ορμόνης LH, που υποδηλώνει ότι επίκειται ωορρηξία), ο άνδρας δίνει δείγμα σπέρματος. Το δείγμα αυτό υποβάλλεται σε επεξεργασία στο εργαστήριο, ώστε να διαχωριστούν τα σπερματοζωάρια από το σπερματικό υγρό και να επιλεγούν αυτά με την καλύτερη μορφολογία και κινητικότητα.

Αφού ολοκληρωθεί η επεξεργασία του σπέρματος, τοποθετείται στη μήτρα της γυναίκας ένας πολύ λεπτός καθετήρας, μέσα από τον οποίο εγχέονται απευθείας στο εσωτερικό της τα σπερματοζωάρια. Στη συνέχεια, η γυναίκα περιμένει ένα διάστημα περίπου δύο εβδομάδων, μέχρι να μάθει αν έμεινε έγκυος.

Συνήθως συνιστώνται τέσσερις-πέντε κύκλοι σπερματέγχυσης. Αν δεν επιτευχθεί εγκυμοσύνη, ο γυναικολόγος μπορεί να συστήσει άλλες θεραπείες.

Ποια είναι τα ποσοστά επιτυχίας;

Η επιτυχία της ενδομήτριας σπερματέγχυσης εξαρτάται από την αιτία της υπογονιμότητας. Για παράδειγμα, εάν μια γυναίκα πάσχει από σοβαρή νόσο των σαλπίγγων, ή έχει ιστορικό πυελικών λοιμώξεων, είναι πολύ πιθανό να μην υπάρξει επιτυχής έκβαση. Αν δεν επιτευχθεί εγκυμοσύνη, ο γυναικολόγος μπορεί να συστήσει άλλες θεραπείες, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση.

Υπάρχουν κίνδυνοι;

Οι γυναίκες που παίρνουν ωορρηκτικά φάρμακα πριν υποβληθούν σε ενδομήτρια σπερματέγχυση, μπορεί να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της πολύδυμης κύησης. Κατά τα άλλα πρόκειται για μια ασφαλή και σίγουρη μέθοδο.

Ο Μαιευτήρας-Γυναικολόγος Δρ. Γκουτζιούλης Φώτιος πραγματοποιεί τη μέθοδο της ενδομήτριας σπερματέγχυσης υπεύθυνα, επιστημονικά και με αυξημένα ποσοστά επιτυχίας.

Καλέστε να κλείσετε το ραντεβού σας